Τα εξώφυλλα των δίσκων

Το “εξώφυλλο δίσκου” (Album Cover) είναι το εμπρός μέρος της συσκευασίας ενός ηχογραφημένου ηχητικού (audio recording) ή μιας συλλογής αυτών (album). Στην Ελληνική καθομιλουμένη επικράτησε ο όρος “Δίσκος”

από το σχήμα του δίσκου βινυλίου που υπήρξε το πιο δημοφιλές είδος διακίνησης ηχητικών ηχογραφημάτων (1910 – 1990). Ο όρος “εξώφυλλο δίσκου” αναφέρεται στο στο τυπωμένο χαρτόνι που χρησιμοποιείται συνήθως σε συσκευασίες δίσκων βινυλίου των 10’’ (25cm) και 12” (30cm) 78 στροφών για γραμμόφωνο, σε δίσκους βινυλίου μακράς διάρκειας (Long Play – LP), δίσκους βινυλίου 45 στροφών (singles), καθώς και το εμπρός μέρος της συσκευασίας ενός Compact Disk – CD. Φυσικά το εξώφυλλο μαζί με το οπισθόφυλλο, το εσώφυλλο και την υπόλοιπη συσκευασία προστατεύουν τον δίσκο βινυλίου ή το CD από τυχών φθορές. Τα τελευταία χρόνια στην περίπτωση των ψηφιακών τραγουδιών ή άλμπουμ, το “εξώφυλλο δίσκου” είναι η πρώτη και κεντρική φωτογραφία που συνοδεύει το ψηφιακό αρχείο των ηχητικών.

Το 1922 εμφανίζονται στην αγορά ενωμένες κενές θήκες για δίσκους (από χαρτί ή δέρμα) ως ηχογραφημένες συλλογές ή άλμπουμ (record albums), κατά το πρότυπο των φωτογραφικών άλμπουμ. Εκεί μπορούσαν πλέον να αποθηκεύουν τους δίσκους τους οι συλλέκτες. Κάποια μάλιστα από αυτά είχαν τυπωμένο επάνω τον τίτλο Record Album. Φυσικά υπήρχαν και στα δυο μεγέθη των 12’ και 10’ ιντσών. Οι δεμένες αυτές θήκες σε σχήμα βιβλίου, ήταν φυσικά μεγαλύτερες σε μέγεθος από τον ίδιο το δίσκο και μπορούσαν να τοποθετηθούν σε μια βιβλιοθήκη ή ένα απλό ράφι, σαν βιβλίο, προστατεύοντας ταυτόχρονα και τους εύθραυστους δίσκους από τυχών ζημιές.

Η Victor θα κυκλοφορήσει ένα μουσικό πρόγραμμα γυμναστικών ασκήσεων του Charles Collins σε σετ των 3 δίσκων με αναπαράσταση των κινήσεων στο εσώφυλλο του.

Κάποιες δισκογραφικές εταιρίες άρχισαν να εκδίδουν συλλογές από δίσκους 78 στροφών από έναν καλλιτέχνη ή ένα είδος μουσικής σε ειδικά κατασκευασμένες θήκες-συλλογές. Περιείχαν διαφορετικά τραγούδια ή ακόμη και ολόκληρες συμφωνίες κλασσικής μουσικής.

Το 1938 η δισκογραφική εταιρία Columbia, προσέλαβε τον Alex Steinweiss ως καλλιτεχνικό διευθυντή. Αυτός είναι που σκέφτηκε και συνέλαβε την ιδέα του εξωφύλλου και την τέχνη του εξωφύλλου ενός δίσκου. Καταργώντας στην ουσία τα λευκά ή καφέ περιτυλίγματα που συνηθίζονταν ως τότε. Η διαφορά ήταν αισθητή και γρήγορα ακολούθησαν και οι υπόλοιπες δισκογραφικές εταιρίες. Αρχικά εξέδωσε μια σειρά με δίσκους που είχαν έγχρωμο εξώφυλλο (σε τριχρωμία) και το όνομα της εταιρίας με πεζά και όχι κεφαλαία πλέον γράμματα.

Το 1939 ο Steinweiss θα φιλοτεχνήσει το πρώτο εξώφυλλο για ένα μοναδικό δίσκο. Ήταν η ηχογράφηση με τίτλο “Smash Song Hits” των Rodgers & Hart με αριθμό κυκλοφορίας C-11 της Columbia.

Από το 1939 μέχρι το 1945 όλα τα εξώφυλλα δίσκων ήταν προσωπικές δημιουργίες του Steinweiss, ο οποίος την περίοδο αυτή εξέλιξε ολόκληρο των κώδικα γραφιστικής και τους κανόνες της δημιουργίας ενός εξωφύλλου δίσκου. Από την αρχή της καριέρας του ήταν επηρεασμένος από Ευρωπαίους δημιουργούς αφισών (Poster) όπως ο A.M. Cassandre, ο Jean Carlu και ο Paul Colin. Παρόμοια με αυτούς ο Steinweiss χρησιμοποιούσε στυλιζαρισμένες εικόνες, δημιουργική τυπογραφία και τις έξυπνες εικονογραφήσεις μαζί με την ποιότητα των Ευρωπαϊκών πόστερ της δεκαετίας του ‘30. Στην εξέλιξη της τέχνης του, μέχρι το 1945 αρχίζουμε να διακρίνουμε την επιρροή καλλιτεχνών της αφηρημένης τέχνης όπως ο Klee, και ο Kandinsky. Τα επόμενα χρόνια θα συνεργαστεί για τα εξώφυλλα και των εταιριών London και DECCA με το ψευδώνυμο Piedra Bianca. (Το όνομά του δηλαδή μεταφρασμένο στα ισπανικά που σήμαινε “λευκή πέτρα”)

Ο Jim Flora προσλήφθηκε από τον Steinweiss στην Columbia στις αρχές της δεκαετίας του ‘40, για να αναλάβει τον τομέα των εξώφυλλων δίσκων της Jazz μουσικής. Ενώ ο Steinweiss ήταν λάτρης της κλασικής μουσικής , ο Flora ήταν παθιασμένος με την Jazz. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα εξώφυλλα δίσκων της κατηγορίας αυτής να έχουν πλέον φωτεινά χρώματα με καρικατούρες μουσικών, ακόμη και σχεδόν πρωτόγονα γραφιστικά που ανακαλούσαν όμως αγγίγματα του Joan Miro ή άλλων μοντερνιστών της τέχνης όπως ο Picasso, μέσα από το πρίσμα ενός νέου πλαισίου. Τα εξώφυλλα του Flora είχαν ξεκάθαρη έμπνευση από τους σύγχρονους Ευρωπαίους ζωγράφους αλλά και από την Προ-Κολομβιανή τέχνη. Ένας συνδυασμός που αργότερα θα εξελίσσονταν περισσότερο στην τέχνη του κόμικ. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ΄40, όλοι οι δίσκοι που κυκλοφορούσαν είχαν το δικό τους μοναδικό έγχρωμο εξώφυλλο από χαρτόνι. Κάποια ήταν ανατυπώσεις από πίνακες ζωγραφικής ενώ όλο και πιο συχνά εμφανίζονταν πρωτότυπες δημιουργίες.

Το 1947 ο Steinweiss θα παρουσιάσει μια ανανεωμένη σειρά δίσκων με κοινό εξώφυλλο, υπογεγραμμένο πλέον από τον ίδιο, με ένα αρχαίο Ελληνικό άγαλμα ως κεντρικό θέμα και τρία στρόγγυλα αυτοκόλλητα που έγραφαν τις λεπτομέρειες για το περιεχόμενο του δίσκου. Τα μικρότερα στίγματα αναπαριστούσαν διάφορα μουσικά όργανα και φυσικά όλα ήταν έγχρωμα.

Το 1948 η δισκογραφική εταιρία Columbia παρουσιάζει στο Ξενοδοχείο Waldorf-Astoria (17 χρόνια μετά την πρώτη προσπάθεια της RCA), στις 21 Ιουνίου, τον πρώτο δίσκο βινυλίου 12” σε 33-1/3 στροφές ανά λεπτό (RPM), στην μορφή του Long Play (LP). Όταν εμφανίστηκαν οι δίσκοι LP ονομάστηκαν “άλμπουμ”, αφού ως επί το πλείστον αποτελούσαν συλλογές τραγουδιών. Η εξέλιξη του LP ήταν εργασία του Ουγγαρο-Αμερικανού φυσικού Peter Carl Goldmark, από το 1947. Με την αντικατάσταση του υλικού εκτύπωσης των δίσκων ήταν πλέων δυνατή η πιό πυκνή χάραξη (100 αυλάκια/ cm) με αποτέλεσμα να μεγάλωσει ακόμη περισσότερο η χρονική διάρκεια των ηχογραφήσεων που έφτανε πλέον τα 23 λεπτά/πλευρά.

Παράλληλα αναπτύχθηκαν και τα αντίστοιχα μηχανήματα αναπαραγωγής από την Philco.

Ο Steinweis άρχισε πλέον να ξεχωρίζει διαφορετικά εξώφυλλα για το κάθε είδος μουσικής. Ήταν άλλο το εξώφυλλο για την ορχηστρική μουσική, τη μουσική εγχόρδων και μουσικής δωματίου, άλλων μουσικών οργάνων και για την κατηγορία με φωνητικά. Κάθε κατηγορία είχε δική της γκάμα χρωμάτων.

Το 1949 η RCA Victor παρουσιάζει τα 7ιντσα στροφών 45 δισκάκια βινυλίου με μικρά αυλάκια, ως "Extended Play" (EP) με μεγαλύτερη τρύπα στο κέντρο. Ακολούθησαν σύντομα και τα “άλμπουμ” συλλογής (θήκες) για τα μικρά 45άρια.

Η RCA κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε μορφή Gatefold (διπλό εξώφυλλο) την πολυτελή έκδοση οχτώ τραγουδιών του Nat King Cole με τον τίτλο Unforgettable, σε δύο 45άρια

O Neil Fujita υπήρξε άλλος ένας σχεδιαστής εξώφυλλων, μετά την εποχή του Steinweiss, στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 για την Columbia. Εξέλιξε ακόμη περισσότερο το στιλ στα εξώφυλλα της εταιρίας. Προσλήφθηκε από τον καλλιτεχνικό διευθυντή Rudolph de Harek την εποχή που δεν υπήρχε ακόμη η τηλεόραση και οι πωλήσεις των δίσκων συνεχώς αυξάνονταν, ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση του LP και του Στερεοφωνικού ήχου. Και οι δύο, ο Harek και ο Fujita είχαν μια προτίμηση στην φωτογραφία και όχι τόσο στην εικονογράφηση. Φωτογραφία με την αστική μορφή του φωτογράφου Helen Levitt. Από τα μέσα της δεκαετίας του ‘50 ο Fujita ανέλαβε ως καλλιτεχνικός διευθυντής και ήταν ξεκάθαρα επηρεασμένος από δισκογραφικές όπως η Blue Note και η Prestige που πρόσθεσε στην Columbia μια πιο κοφτή και σκληρή γραμμή. Δημιούργησε εξώφυλλα για καλλιτέχνες όπως ο Charles Mingus, o Dave Brubeck, o Art Blakey, και για τον Miles Davis, ανάμεσα σε πολλούς άλλους.

Ο πρωτοπόρος μουσικός Enoch Light κυκλοφορεί τους δίσκους του σε εξώφυλλο με οπισθόφυλλο, όπου μπορούσε να περιγράφει σε κείμενο τους ήχους του κάθε μουσικού κομματιού και τους συντελεστές της ηχογράφησης.

Το 1959, σε συνέχεια του Alex Steinweiss, μετά τον Fujita στην δισκογραφική εταιρία Columbia, αναλαμβάνει ο Bob Cato. Υπήρξε άξιος συνεχιστής στην πρωτοπορία του καλλιτεχνικού τμήματος της εταιρίας και αργότερα της United Artists. Ο Bob Cato αντιπροσώπευε την άνθιση της νέας μοντέρνας εποχής. Ανέλαβε τα ινία από τον Neil Fujita, ως καλλιτεχνικός διευθυντής και ήταν από την αρχή ένας ριζοσπαστικός σχεδιαστής που βοήθησε να εξελίχθη το εξώφυλλο δίσκου σε μια σημαντική μορφή σύγχρονης τέχνης . Είναι ο άνθρωπος που θα κάνει τα εξώφυλλα των δίσκων ένα τέλειο εργαλείο marketing και παράλληλα έναν καμβά έκφρασης καλλιτεχνικών ανησυχιών. Γεννημένος το 1923, την δεκαετία του ‘40 θα μαθητεύσει δίπλα στον σχεδιαστή του κινήματος Bauhaus, τον Lazlo Moholu-Nagy και αργότερα με τον σχεδιαστή Alexey Brodovitch, τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Harper’s Bazaar. Ο Cato έγινε και ο ίδιος βοηθός του στο περιοδικό. Την ίδια εποχή οι δίσκοι διαθέτουν πλέον ένα εσώφυλλο (από λεπτό χαρτί, σε σχήμα που επιτρέπει την εύκολη εξαγωγή του δίσκο με μια μεγάλη τρύπα στο κέντρο) και προστατεύει το βινύλιο από τυχών γρατσουνιές και την σκόνη (Record Sleeve, Liner ή Dust Sleeve). Παράλληλα αρχίζουν να κυκλοφορούν μαζικά και τα είδη καθαρισμού και συντήρησης των δίσκων, μαζί με πολλά και περίεργα

Το άλμπουμ “With the Beatles” των Beatles του 1963 και το ομώνυμο πρώτο άλμπουμ των Rolling Stones το 1964, έχουν στο εξώφυλλό τους φωτογραφίες των μουσικών που σκοπό έχει την περαιτέρω προώθηση της καλλιτεχνικής τους εικόνας. Κάτι που θα γίνει έκτοτε σύνηθες τακτική των καλλιτεχνών.

Η δισκογραφική εταιρία Decca χρησιμοποιεί ένα σύστημα χρωμάτων ως κωδικό για να τονίσει εάν ο δίσκος είναι μονοφωνικά (κόκκινο) ή στερεοφωνικά (μπλε) ηχογραφημένος. Σύστημα που διευκόλυνε τους πελάτες, αφού τα περισσότερα πικάπ της εποχής δεν αναπαρήγαγαν στερεοφωνικά τον ήχο. (Εξυπακούεται ότι οι στερεοφωνικοί δίσκοι ήταν αρκετά ακριβότεροι).

Το 1965 το άλμπουμ του Otis Redding “Otis Blue” έχει στο εξώφυλλό του μια λευκή γυναίκα που εκπληρώνει δύο σκοπούς. Καταρχήν καταρρίπτει τα ρατσιστικά όρια της συγκεκριμένης μουσικής (Soul) και δεύτερον αποκρύπτει την φυλή του καλλιτέχνη.

Το σύνηθες εξώφυλλο με το πορτραίτο του καλλιτέχνη θα δοκιμαστεί κατά την διάρκεια των ετών 1965-66 κυρίως από την επίδραση των εξωφύλλων των δίσκων του 1965, του Bob Dylan “Bring it all back Home” το οποίο συμπεριελάμβανε στην φωτογραφία του καλλιτέχνη και διάφορα συμβολικά αντικείμενα γύρω του και του “Rubber Soul” των Beatles όπου τα πρόσωπα των καλλιτεχνών είναι τεχνικά παραμορφωμένα.

1966 Κυκλοφορεί η ταινία του Andy Warhole το «Chelsea Girl», που παρακολουθεί την ζωή κυρίως κάποιων κοριτσιών που ζούνε σε ένα κτήριο στο κέντρο της Νέας Υόρκης (το ξενοδοχείο Chelsea), χωρίς κάποια οδηγία ή σενάριο. Αρχέτυπο του τηλεοπτικού Reality. Η Nico που έπαιζε στην ταινία θα γράψει αργότερο το ομώνυμο τραγούδι, ενώ η αφίσα της ταινία θα γίνει εξώφυλλο για το δίσκο των Felt το 1984 «The splendour of Fear»

Στο άλμπουμ “Aftermath” του 1966 των Rolling Stones τα πρόσωπα των μουσικών είναι τεχνητά σκοτεινιασμένα, υποδηλώνοντας μια πιο απαισιόδοξη άποψη.

Η κυκλοφορία δίσκων με διπλό, ανοιγόμενο εξώφυλλο (Gatefold), που πολλές φορές περιείχαν και τους στίχους των τραγουδιών, έκαναν το δίσκο πιο ποθητό, ανάγοντας το εξώφυλλο πλέον σε ένα ανεξάρτητο καλλιτεχνικό δημιούργημα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο δίσκος των Beatles του 1967 “Sgt Peppers lonely Heart Band”, που περιείχε για πρώτη φορά τυπωμένους τους στίχους των τραγουδιών, σχέδια για χαρτοκοπτική και ήταν διπλό ανοιγόμενο παρότι ο δίσκος ήταν μονός. Ο δίσκος ήταν ο πρώτος του συγκροτήματος με ενιαίο θέμα (Concept album) και θα έφτανε στην κορυφή των καταλόγων επιτυχιών των (ΗΠΑ) όπου θα παρέμενε για πάνω από 15 εβδομάδες. Το άλμπουμ θα κερδίσει και το Grammy καλύτερου δίσκου για την χρονιά αυτή.

Το 1970 κυκλοφορεί το «In the Summertime» του Mungo Jerry, ως το πρώτο Maxi Single, αφού ο δίσκος έπαιζε σε 33 στροφές και περιείχε τρία τραγούδια. Για να μπορεί να παίζει και στα Juke box κυκλοφόρισε και σε 45 στροφές (περιορισμένα αντίτυπα). Είχε μάλιστα εξώφυλλο κανονικό με φωτογραφία, σπάνιο για τα single εκείνη την εποχή. Το εγχείρημα θα επαναληφθεί πολύ αργότερα το με την επανακυκλοφορία του 1975 για το «Space Oddity» του David Bowie και ταυτόχρονα την κυκλοφορία πολλών Maxi Single για την χρήση τους αποκλειστικά από επαγγελματίες Α σε Ντισκοτέκ και Ραδιοφωνικούς σταθμούς. Λόγο της μεγαλύτερης επιφάνειας του Maxi Single ήταν δυνατή η χάραξη με πιο αραιά και βαθύτερα αυλάκια στον δίσκο, με αποτέλεσμα την καλύτερη ποιότητα του ήχου, την αντοχή στην χρήση αλλά και την ευκολότερη μεταχείριση (ειδικά στις ντισκοτέκ).

Το άλμπουμ Stage Fright των The Band το 1970 που περιείχε ως δώρο μια φωτογραφία του συγκροτήματος από τον Norman Seeff, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανάδειξης ενός δίσκου για τους παραπάνω λόγους σε αντικείμενο με συλλεκτική αξία.

Ο δίσκος των Rolling Stones του 1972, το “Exile on main Street” ήταν Gatefold και περιείχε ως δώρο 12 καρτ-ποστάλ, φωτογραφίες του συγκροτήματος που είχε τραβήξει ο φωτογράφος Norman Seeff.

Oι Pink Floyd θα κυκλοφορήσουν το 1973 το “Dark Side of the Moon” χωρίς τίτλο στο εξώφυλλο, με τους στίχους στο εσώφυλλο και δώρο ένα πόστερ και αυτοκόλλητα. Είναι το όγδοο άλμπουμ του συγκροτήματος και θα φτάσει στην κορυφή των καταλόγων επιτυχιών όπου θα παραμείνει για πολλά χρόνια.

Η επίδραση του εξωφύλλου ήταν τόσο μεγάλη που καλλιτέχνες εξειδικεύθηκαν στο είδος αυτό και έγιναν παγκοσμίως γνωστοί μέσα από την δουλειά τους. Από τα μεγαλύτερα ονόματα είναι η ομάδα Hipgnosis, ο Roger Dean και ο Cal Schenkel. Στην ιστορική εξέλιξη, το εξώφυλλο δίσκου έγινε τελικά ένα αναπόσπαστο κομμάτι της κουλτούρας της μουσικής και όχι μόνο.

Στην δεκαετία του ‘80 το εσώφυλλο των δίσκων θα αντικατασταθεί πολλές φορές από ένα λεπτό πλαστικό εσώφυλλο ή θα έχει τυπωμένα εξώφυλλα άλλων δίσκων που κυκλοφορούσε η ίδια εταιρία. Όταν το εσώφυλλο έχει τυπωμένους στίχους, πληροφορίες ή φωτογραφίες δεν έχει τρύπα στο κέντρο και είναι συνήθως από πιο χοντρό χαρτόνι.

Οι δισκογραφικές εταιρίες ανταποκρινόμενες στο κάλεσμα οικολογικών οργανώσεων, μειώνουν το μέγεθος της συσκευασίας των CD και προσπαθούν να εξαλείψουν τα Longbox που χρησιμοποιούνταν μέχρι τότε ώστε να μπορούν οι αγοραστές να έχουν τις ίδιες πληροφορίες και φωτογραφίες που είχαν και με την αγορά ενός δίσκου βινυλίου. Φυσικά εκτός από τις "οικολγικές ανησυχίες" των εταιρίων μέτρησε και το πολύ χαμηλότερο κόστος κατασκευής. Η δραματική μείωση του μεγέθους του εξωφύλλου λόγο της επικράτησης τελικά πολύ μικρότερων συσκευασιών όπως το Jewel Case, θα κάμψει αρκετά την αξία του εξωφύλλου, παρόλο που έχουν γίνει πάρα πολλές και αξιόλογες προσπάθειες για το αντίθετο.