Ακούστε
Nova FM 106
Ζωντανά
Ακούστε Nova FM 106 Ζωντανά
Έχουμε 122 επισκέπτες συνδεδεμένους
Λούης Τίκας: Ο Έλληνας που τα έβαλε με τον Ροκφέλλερ
Louis Tikas ή Λίο ο Κρητικός ή Ηλίας Σπαντιδάκης από την Λούτρα.
- Πρόεδρος της επιτροπής του Κογκρέσου: Ώστε θα επιτεθείτε ενόπλως στους απεργούς;
- Τζόν Ντ. Ροκφέλλερ: Είναι ζήτημα αρχής.


Gigas Icones


Ηλίας Σπαντιδάκης (Λούης Τίκας)John Rockefeller
Η απεργία στα ανθρακωρυχεία του Κολοράντο και ο Λούης Τίκας

About Luis Tikas, a Greek migrant, "leader" of the miners strike in Laddlow, Colorado, USA, 1913.

Στην Αμερική των αρχών του αιώνα οι Έλληνες που δούλευαν στους σιδηροδρόμους και τα εργοστάσια ήταν συχνά απεργοσπάστες. Αν και δούλευαν σκληρά, σέρνονταν στα καφενεία και έμπλεκαν σε καβγάδες, είχαν τα χαρακτηριστικά που ταίριαζαν στα τσιράκια της εργοδοσίας: αποτελούσαν έναν κλειστό, ανδρικό κόσμο, τρομαγμένο από το αμερικάνικο περιβάλλον, και τρομακτικό λόγω των πρωτόγονων ηθών του.Ήταν αναλφάβητοι, ανοργάνωτοι, και επιρρεπείς στις κλεψιές και τα συνοπτικά μαχαιρώματα. Ήταν θύματα, αν και καθόλου αθώα.

Ωστόσο, αυτή είναι η μισή αλήθεια μονάχα: η άλλη μισή είναι ότι ανάμεσα στο θορυβώδες ελληνοαμερικανικό πλήθος, υπήρχε, κιόλας από τη δεκαετία του ’10, μια ριζοσπαστική μειοψηφία που συνδέθηκε με τους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου, το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ και, μετά τον εξευτελισμό του στη δεκαετία του ’30, με τις σοσιαλιστικές ομάδες όπως ήταν το Εργατικό Κόμμα. Ένας από τους ηγέτες αυτής της μειοψηφίας ήταν ο Λούης Τίκας.

Ηλίας Σπαντιδάκης (Λούης Τίκας)

Ο Λούης Τίκας έγινε είκοσι χρονών στο καράβι που τον έφερε από το Ρέθυμνο στη Νέα Υόρκη τον Μάρτιο του 1906. Έξι μήνες αργότερα βρέθηκε στο Κολοράντο μέσα στο βαγόνι ενός εμπορικού τραίνου. Οι δυτικές πολιτείες υπόσχονταν δουλειά και αγροτική ζωή, που φαινόταν πιο οικεία από εκείνη της μεγαλούπολης: ο Λούης Τίκας εγκαταστάθηκε στο Ντένβερ κι άρχισε να δουλεύει στα χαλυβουργία του Πουέμπλο καμιά τριανταριά μίλια μακριά, με ημερομίσθιο $1.75, για δώδεκα ώρες την ημέρα.

 

Το 1910 ορκίστηκε Αμερικανός πολίτης και άνοιξε καφενείο στην οδό Μάρκετ του Ντένβερ, μια εργατική γειτονιά που έγινε η τοπική Greektown: την εποχή εκείνη στο Ντένβερ ζούσαν 240 Έλληνες. Συμπτωματικά, απέναντι απ’ το καφενείο βρίσκονταν τα γραφεία της τοπικής οργάνωσης των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου.

 

Ο Τίκας, είτε έγινε από την αρχή μέλος των Wobblies, είτε όχι (οι μαρτυρίες είναι συγκεχυμένες), ήταν αποφασισμένος να αφομοιωθεί στην καινούρια χώρα, αντίθετα από τους περισσότερους συμπατριώτες του που καλλιεργούσαν πεισματικά τις τουρκο-βαλκανικές τους συνήθειες.

Αρχικά, προσπάθησε να μπει στο αστυνομικό σώμα (πράγμα που για τα σημερινά δεδομένα φαίνεται λιγάκι παράδοξο), αλλά απερρίφθη εξαιτίας της εμπλοκής του με τους Wobblies. Είχε μια αθέατη πλευρά: αν πιστέψει κανείς τις φήμες, ήταν επικεφαλής ενός συνδικάτου λούστρων που το 1910 έκαναν απεργία ζητώντας αύξηση 100% (από πέντε σε δέκα σέντς!) ενώ άλλοι λένε πως δούλευε για μια ασφαλιστική εταιρία.

 

Έτσι κι αλλιώς, ο Λούης Τίκας αναδείχτηκε σε ηγετική μορφή ανάμεσα στον συρφετό των καφενόβιων: μιλούσε καλύτερα αγγλικά απ’ οποιονδήποτε άλλον, και έστελνε τα εμβάσματα στην Ελλάδα για λογαριασμό των συμπατριωτών του που δεν ήξεραν πώς να φερθούν στο ταχυδρομείο και στην τράπεζα. Ήταν τζέντλεμαν: οι φωτογραφίες της συλλογής Ντολντ, που υπάρχουν στην πολιτειακή βιβλιοθήκη του Ντένβερ, δείχνουν έναν Αμερικανό πολίτη χωρίς μουστάκι – κάτι ασυνήθιστο για την κρητική κοινότητα – που δεν θα ξεχώριζε από έναν επιβάτη του Mayflower.

 

 

Ο Τίκας δεν ήταν συνειδητός ριζοσπάστης, φαίνεται πως στην αρχή κινούνταν απλός από την παραδοσιακή αξία του «φιλότιμου». Ο κόσμος γύρω του είχε επιτακτική ανάγκη από φιλότιμο: οι Έλληνες του Κολοράντο βρίσκονταν στο έλεος των εταιριών και των αφεντικών που γεννιόνταν μέσα στην ίδια την ελληνοαμερικανική μειονότητα.

Την εποχή που ο Λούης Τίκας έφτασε στο Ντένβερ, το μεγάλο «boss» ήταν ο Λεωνίδας Σκλήρης, από τη Σπάρτη, που έλεγχε τους Έλληνες εργάτες όχι μόνο στο Κολοράντο αλλά στη Γιούτα και τη Νεβάντα.

 

Επρόκειτο για ένα είδος μαφίας: στην ελληνοαμερικάνικη εφημερίδα "Ο εργάτης", ο Σκλήρης είχε μεταφέρει τη νοοτροπία της οθωμανικής ρουσφετολογίας στην αμερικάνικη ήπειρο, έβρισκε ευτελείς και υπηρετικές δουλειές για τη συμμορία του και τη χρησιμοποιούσε για ρουφιανιές. Οι Έλληνες «του Σκλήρη» εργάζονταν για $1.75 την ημέρα ενώ οι Γερμανοί και οι Ουαλοί έπαιρναν $2,.50. Όταν ο Λούης Τίκας παρακολουθούσε τον Σκλήρη απ’ τα παράθυρα του καφενείου του, ένας άνθρωπος του εικοστού αιώνα παρακολουθούσε έναν άνθρωπο του μεσαίωνα.

 

Η κατάσταση στα ορυχεία ήταν πράγματι μεσαιωνική: από το 1910 μέχρι το 1913, 618 ανθρακωρύχοι είχαν χάσει τη ζωή τους σε εργατικά δυστυχήματα. Και τα ημερομίσθια ήταν τόσο χαμηλά ώστε πολλές οικογένειες ικανοποιούνταν με τις «αποζημιώσεις θανάτου» που έφταναν τα εφτακόσια δολάρια (χώρια το φέρετρο των είκοσι δολαρίων).

 

Τα ορυχεία είχαν ήδη μακριά ιστορία απεργιών: το 1894 –μόλις τέσσερα χρόνια μετά την ίδρυση του παναμερικανικού συνδικάτου εργατών ορυχείων- είχε γίνει απεργία στο Κριπλ Κρηκ του Κολοράντο, το 1896 στο Λέντβιλλ, το 1899 στο Κερνταλέν του Άινταχο, το 1902, η λεγόμενη απεργία του ανθρακίτη στην Πενσυλβάνια είχε διαρκέσει 164 μέρες.

 

Το 1903 είχε σημειωθεί κύμα απεργιών σ’ όλα τα ορυχεία το Κολοράντο, το 1907 είχε γίνει η απεργία των ανθρακωρύχων στη Νεβάντα, ενώ την ίδια χρονιά είχε συμβεί η μεγαλύτερη εργατική τραγωδία των ΗΠΑ στα ορυχεία του Μόνονγκα της Δυτικής Βιρτζίνια (361 νεκροί).

 

Το 1912, ενώ ξεσπούσε ο πόλεμος στα Βαλκάνια, ο Λούης Τίκας εγκατέλειψε το καφενείο. Ανεξήγητα. Είτε πήγε να δουλέψει χαφιές στα ορυχεία (οι εταιρείες προσλάμβαναν τους λεγόμενους scabs με σχετικά καλούς μισθούς), είτε πήγε να οργανώσει τους εργάτες: κανείς δεν ξέρει με ακρίβεια. Πάντως, το Νοέμβριο του 1912 βρισκόταν στα ορυχεία του Φρέντερικ στο Κολοράντο, που ήταν σκαλαβοπάζαρα. Και στις 19 Νοεμβρίου ήταν επικεφαλής των 63 Ελλήνων που κατέβηκαν σε απεργία. Ίσως εκείνη τη στιγμή συνέβη η μεταστροφή του διστακτικού χαφιέ σε εργατικό ηγέτη.

 

Η απεργία του Φρέντερικ ήταν η πρώτη «αμερικανική» του πράξη: η πρώτη πράξη ενός προλετάριου δυτικού τύπου σε πλήρη διάσταση από ανθρώπους σαν τον Σκλήρη που εκπροσωπούσαν το ήθος ενός παλιού κόσμου άγνοιας και υποτέλειας.

 

Στη διάρκεια αυτής της απεργίας συνέβησαν πολλά: όργιο εγκάθετων, προβοκάτσιες (οι «scabs» έβαλαν φωτιά στο κτίριο δίπλα στο φρέαρ του ορυχείου), συλλήψεις και φυλακίσεις.

Ο Τίκας περιδιάβαινε τα ορυχεία του Νότιου Κολοράντο όλη εκείνη τη χρονιά. Κι όπως φαντάζεται κανείς δεν άργησε να ονομαστεί Louis the Greek, που μερικοί αργότερα θυμούνταν και ως Leo the Gretan.

 

Η απεργία στο Λάντλοου άρχισε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1913, με πρωτοβουλία του συνδικάτου και με αιτήματα συστήματα ασφαλείας για τους εργαζόμενους, υψηλότερους μισθούς και αναγνώριση του συνδικάτου. Οι απεργοί ζητούσαν οχτάωρο και το δικαίωμα να ζουν έξω από τους οικισμούς των εταιρειών. Δεκατρείς χιλιάδες άνθρωποι άφησαν τα χαμόσπιτά του οικισμού και έστησαν σκηνές όπου εγκαταστάθηκαν και οργανώθηκαν με όποιο τρόπο μπορούσαν.

Επικεφαλής της απεργίας ήταν ο Τζον Λώζον και ο Λούης Τίκας που είχε μια ομάδα στήριξης από Κρητικούς, μερικοί από τους οποίους είχαν πάρει μέρος στις απεργίες του Μπίνγκχαμ στη Γιούτα. Τον Οκτώβριο, ο καταυλισμός των απεργών λειτουργούσε κιόλας σαν πόλη: πεντακόσιοι άνδρες, τριακόσιες πενήντα γυναίκες, τετρακόσια πενήντα παιδιά, ελληνικός φούρνος, ελληνικό καφενείο (αναπόφευκτα).

 

Στις 13 Οκτωβρίου ο κυβερνήτης του Κολοράντο Ηλάιας Έιμμονς, έδωσε εντολή να εισβάλει (ειρηνικά) η εθνοφρουρά στην περιοχή των απεργών και να τους συνετίσει. Η εθνοφρουρά (National Guard), όπως θα περίμενε κανείς, συμμάχησε με τις εξορυκτικές εταιρείες, μεγαλύτερη από τις οποίες ήταν η Colorado Fuel and Iron του Τζον Ντ. Ροκφέλλερ.

Μερικοί από τους εθνοφρουρούς ήταν βετεράνοι απεργοσπάστες της απεργίας του 1904. Οι απεργοί αντιστάθηκαν, αποφάσισαν να συνεχίσουν την απεργία.

 

Στις αρχές Απριλίου, η οικονομία της πολιτείας είχε παραλύσει αλλά η εργοδοσία δεν υποχωρούσε. Αντίθετα, συγκέντρωνε τους επιστάτες – που ήταν περιβόητοι εχθροί των απεργών – και τα μέλη της εθνοφρουράς (ένα, θεωρητικά, «ουδέτερο» σώμα) που περικύκλωσαν την κατασκήνωση των απεργών το πρωί της 20ής Απριλίου του 1914. Οι περισσότεροι κοιμούνταν: την προηγούμενη γιόρταζαν το ελληνικό Πάσχα.

 

Οι πιστολάδες της εταιρίας απαίτησαν από τον Λούη Τίκα να τους παραδώσει δύο Ιταλούς συνδικαλιστές, πιθανώς τον Φράνκ Λουμπίνο και τον Τζον Μπαρτολότι. Ο Τίκας ζήτησε ένταλμα σύλληψης αλλά τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε και ο Τίκας αρνήθηκε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση. Λίγο αργότερα έπεσε η πρώτη βολή: μερικοί από τους απεργούς ήταν οπλισμένοι. Το Κολοράντο αποτελούσε μέρος της Άγριας Δύσης.

Ακολούθησε μάχη χαρακωμάτων ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεξαν να σωθούν στους γύρω λόφους. Σύμφωνα με την μαρτυρία της Μαίρη Χάρρις, γνωστής και ως Mother Jones, πάνω από σαράντα άτομα σκοτώθηκαν από σφαίρες και από ασφυξία, ενώ «το αγοράκι των Σνάιντερ δέχτηκε μια σφαίρα στο κεφάλι καθώς προσπαθούσε να σώσει το γατάκι του.»

 

Στις τέσσερις το απόγευμα τα πυρομαχικά των απεργών είχαν τελειώσει, κι όταν άρχισε να πέφτει το βράδυ η εθνοφρουρά εισέβαλλε στον καταυλισμό καίγοντας ό,τι έβρισκε μπροστά της. Ο επικεφαλής της επιχείρησης, ταγματάρχης Πάτ Χάμροκ, εφάρμοζε την τακτική του πολέμου με τους Ινδιάνους (είχε πάρει μέρος στην μάχη (σφαγή) του Wounded Knee). Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν δυο γυναίκες και έντεκα παιδιά.

Ο υπολοχαγός Λίντερφελτ, παρακαθήμενος του Χάμροκ, θεωρείται ο πρωτεργάτης της μεγάλης λεηλασίας και της καταστροφής που αποτελεί μαύρη σελίδα στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών: οι πιστολάδες του σύμφωνα με την Mother Jones είχαν βουτήξει ουίσκι από το κοντινό σαλούν και βρίσκονταν σε έξαλλη κατάσταση. Τα επεισόδιο ονομάστηκε «σφαγή του Λάντλοου».

 

Ανάμεσα στα πτώματα που βρέθηκαν αργότερα ήταν εκείνο του Λούη Τίκας. Ο Τίκας δεν σκοτώθηκε στην διάρκεια της επιδρομής: λίγο νωρίτερα, αξιωματούχος της εθνοφρουράς είχε ζητήσει να τον δει· ο Τίκας αρνήθηκε στην αρχή, έπειτα εμφανίστηκε κρατώντας λευκή σημαία. Οι δυο τους συναντήθηκαν στο λόφο. Μίλησαν για λίγο, έπειτα οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι ο αξιωματούχος χτύπησε τον Τίκας στο κεφάλι με την καραμπίνα του. Η καραμπίνα έσπασε στα δύο όπως και το κρανίο του Τίκας. Οι εθνοφρουροί βάλθηκαν να πυροβολούν το άψυχο σώμα.

 

 

Όταν διαδόθηκε η είδηση της σφαγής του Λάντλοου, οι ανθρακωρύχοι άρχισαν ένοπλη εξέγερση που συνεχίστηκε για δέκα μέρες κατά τις οποίες έγιναν ένοπλες πορείες από το Λάντλοου μέχρι το Τρινιντάντ στα σύνορα του Νέου Μεξικού. Ώσπου, ο πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον έστειλε στρατεύματα για να επιβάλλουν την τάξη. Στη συνέχεια, πρότεινε να γίνει μεσολαβητής για να βρεθεί μια λύση. Λύση δεν βρέθηκε.

Σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα γεγονότα του Λάντλοου, διάφοροι μεταρρυθμιστές και σοσιαλιστές οργάνωσαν πικετοφορίες σ’ όλη τη χώρα. Ο συγγραφέας Άπτον Σίνκλαιρ (που αργότερα έγραψε το μυθιστόρημα «King Coal») στήθηκε επί μέρες έξω από τα γραφεία του Ροκφέλλερ στη Νέα Υόρκη σε «σιωπηλή διαδήλωση», αλλά το Σοσιαλιστικό Κόμμα (με τη συνηθισμένη του στενοκεφαλιά) τον επέκρινε με το σκεπτικό, ότι «δεν φταίνε τα πρόσωπα αλλά το σύστημα».

 

Στο Σικάγο πραγματοποιήθηκε μεγάλη διαδήλωση με πρωτοβουλία της εφημερίδας Masses. Ο Σίνκλαιρ και ο προοδευτικός δικαστής του Ντένβερ, Μπ. Μπ. Λίντσεϋ, ταξίδεψαν μαζί με γυναίκες απεργών σ’ όλη την Αμερική μιλώντας σε συγκεντρώσεις για την σφαγή του Λάντλοου.

 

Τέλος, στο Τάρρυταουν της Νέας Υόρκης τέσσερα μέλη των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου σκοτώθηκαν από ωρολογιακή βόμβα που προοριζόταν για το σπίτι του Ροκφέλλερ.

 

Το χρονικό δεν γράφτηκε ποτέ και δεν περιλαμβάνεται στα βιβλία της αμερικανικής ιστορίας. Και είχε σχεδόν ξεχαστεί, ώσπου το 1944 ο Γούντυ Γκάθρυ έγραψε ένα τραγούδι με τίτλο «The Ludlow Massacre». Το τραγούδι ακουγόταν συχνά στις διαδηλώσεις της δεκαετίας του ’60, κι έπειτα όλα ξεχάστηκαν πάλι.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Zeese Papanikolas: Buried Unsung, Louis Tikas and the Londlow Massacre, Bison Books, 1991. Γιώργος Σταυρουλάκης, Λούης Τίκας, ο ήρωας της ξενιτιάς, Αθήνα, 1998.

*********************************

Δείτε & εδώ

 

Λούης Τίκας: Ο Έλληνας που τα έβαλε με τον Ροκφέλερ

Του Θεολόγου Αλεξανδράτου

Κατά κόσμον Ηλίας Σπαντιδάκης, γεννημένος στα Λουτρά Ρεθύμνου και μετανάστης στην Αμερική στις αρχές του 1900.

Οι Ροκφέλερ ήταν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα η ισχυρότερη οικογένεια της Αμερικής και ίσως ολόκληρου του κόσμου. Με καταγωγή από τη Γερμανία, ο πρόγονός τους Γιόχαν Πέτερ Ροκφέλερ μετανάστευσε στον (τότε) νέο κόσμο το 1723 και δεν το μετάνιωσε.

Η οικογένειά τους έκανε αμύθητη περιουσία με το πετρέλαιο και ακόμη και σήμερα έχουν τεράστια έσοδα από εκατοντάδες επιχειρηματικές δραστηριότητες.

Όπως είπαμε, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα οι Ροκφέλερ ήταν κράτος εν κράτει στις ΗΠΑ.

Ο λόγος τους ήταν πιο ισχυρός από τον αντίστοιχο του προέδρου και το δίκιο τους (όπως το έβλεπαν αυτοί ως τέτοιο) νόμος. Κανείς δεν τολμούσε να τους πάει κόντρα, πολλώ δε μάλλον να τους αντισταθεί.

 

Μέχρι που βρέθηκε στο δρόμο τους ο Λούης Τίκας.

Κατά κόσμον Ηλίας Σπαντιδάκης, γεννημένος στα Λουτρά Ρεθύμνου και μετανάστης στην Αμερική στις αρχές του 1900.

Ο Τίκας ζούσε στο Ντένβερ και το 1910, όταν και έκανε τα χαρτιά του για να πάρει την αμερικάνικη υπηκοότητα, ήταν συνιδιοκτήτης καφενείου.

Απέναντι από το μαγαζί του ήταν τα γραφεία της τοπικής οργάνωσης των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου και έγινε σύντομα μέλος τους. Αυτό μάλιστα δεν του επέτρεψε να γίνει αστυνομικός αφού θεωρήθηκε «ταραχοποιό» στοιχείο.

Έτσι λοιπόν έγινε ανθρακωρύχος. Σε αντίθεση με την κρατούσα άποψη, ο Ρεθυμνιώτης πίστευε ότι νόμος είναι το δίκιο του εργάτη και όχι του αφεντικού. Είχε την εύνοια όλων των Ελλήνων που ζούσαν στην περιοχή του Κολοράντο αφού μιλούσε καλύτερα αγγλικά από όλους και τους εξυπηρετούσε στις περισσότερες συναλλαγές τους.

 

Το 1912 είχε αναδειχθεί σε σημαντικό συνδικαλιστικό στέλεχος της Ένωσης Ανθρακωρύχων Αμερικής και πρωτοστάτησε στη μεγάλη απεργία που κράτησε 14 μήνες.

 

Είχε κερδίσει τα «γαλόνια» του νωρίτερα, στις συμπλοκή του Λαφαγιέτ. Ο Τίκας και άλλοι 36 Έλληνες ανθρακωρύχοι συνεπλάκησαν με απεργοσπάστες και τσιράκια του Ροκφέλερ (στον οποίο ανήκαν τα ορυχεία) και παρότι τραυματίστηκε από σφαίρα, διέφυγε από την πίσω πόρτα ενός χαμόσπιτου.

 

Ο Τίκας ήταν ήρωας ανάμεσα στους εργάτες που ζητούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας και αύξηση στα μεροκάματα.

Για τους Έλληνες εργάτες της περιοχής, υπεύθυνος ήταν κάποιος Λεωνίδας Σκλήρης, «εργατοπατέρας» σε συνεργασία αγαστή με τα αφεντικά. Οι Έλληνες είχαν το χαμηλότερο μεροκάματα (1,75 δολάρια την ημέρα) και από τους 350 που δούλευαν στα ορυχεία οι 13 είχαν πεθάνει σε δυστυχήματα. Ο Τίκας πρωτοστάτησε στον ξεσηκωμό τους και μάλιστα γύρισε και στα άλλα ορυχεία ώστε να καταγράψει τις συνθήκες που δούλευαν οι ανθρακωρύχοι και να συγκεντρώσει στατιστικά στοιχεία για τους τραυματισμούς και τους θανάτους. Σύντομα έγινε θρύλος ανάμεσα στους συναδέλφους του με το προσωνύμιο «Λούης ο Έλληνας». Αυτό όμως τον έβαλε στο μάτι του Τζον Ροκφέλερ και των ντόπιων υποτακτικών του.

 

Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1913 ξεκίνησε η μεγάλη απεργία των 13.000 ανθρακωρύχων στην πόλη Λάντλοου με κύρια αιτήματα:

◆ Να ψωνίζουν από όποιο κατάστημα προτιμούσαν οι ίδιοι.

◆ Να πηγαίνουν σε όποιον γιατρό επιθυμούσαν και όχι στους γιατρούς της εταιρίας.

◆ Να αναγνωριστεί το συνδικάτο τους.

◆ Να καθιερωθεί η οκτάωρη εργασία.

◆ Να εφαρμοστούν αυστηρά οι νόμοι της Πολιτείας του Κολοράντο όσον αφορά στην ασφάλεια των ορυχείων, να καταργηθεί το script, όπως και το σύστημα φρουρών της εταιρείας που έκανε τους εργατικούς καταυλισμούς να μη διαφέρουν από στρατόπεδα συγκέντρωσης.

 

Η εταιρεία τους έκανε έξωση από τα σπίτια τους αλλά οι απεργοί έστησαν καταυλισμό έξω από τα ορυχεία ώστε να μην μπορούν να μπουν να δουλέψουν οι απεργοσπάστες. Συχνά γίνονταν βίαιες συγκρούσεις με τους μπράβους του Ροκφέλερ και την αστυνομία ενώ κλήθηκε και η εθνοφρουρά. Μάλιστα μετά από αίτημα του Ροκφέλερ, άντρες του ντύθηκαν με στολές της εθνοφρουράς ώστε να πλησιάσουν πιο εύκολα τους απεργούς. Στις 20 Απριλίου του 1914, σαν σήμερα, οι εργάτες κοιμόντουσαν αφού την προηγούμενη είχαν γιορτάσει το Πάσχα. Ήταν η ιδανική ευκαιρία να επιτεθούν οι δυνάμεις του Ροκφέλερ.

 

Οι πιστολάδες της εταιρίας απαίτησαν από τον Λούη Τίκα να τους παραδώσει δύο Ιταλούς συνδικαλιστές. Ο Τίκας ζήτησε ένταλμα σύλληψης αλλά τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε και ο Τίκας αρνήθηκε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.

 

Λίγο αργότερα έπεσε η πρώτη βολή και αφού μερικοί από τους απεργούς ήταν οπλισμένοι ακολούθησε μάχη χαρακωμάτων ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεξαν να σωθούν στους γύρω λόφους. Σύμφωνα με μαρτυρίες, πάνω από σαράντα άτομα σκοτώθηκαν από τις σφαίρες των πληρωμένων φονιάδων.  Το επεισόδιο, που αποτελεί αμαύρη σελίδα στην ιστορία των ΗΠΑ, ονομάστηκε «σφαγή του Λάντλοου».

 

Ο Τίκας ζήτησε να δει τον επικεφαλής της εθνοφρουράς, λοχαγό Καρλ Λίντερφελντ κρατώντας λευκή σημαία.

Οι δυο τους συναντήθηκαν στο λόφο και μίλησαν για λίγο. Έπειτα οι αυτόπτες μάρτυρες είπαν ότι ο αξιωματούχος χτύπησε με πρωτοφανή αγριότητα τον Τίκα στο κεφάλι με την καραμπίνα του. Η καραμπίνα έσπασε στα δύο όπως και το κρανίο του Τίκα.

Οι εθνοφρουροί βάλθηκαν να πυροβολούν το άψυχο σώμα. Ευθύς αμέσως εισέβαλαν στον καταυλισμό, ρίχνοντας αδιακρίτως εναντίον οτιδήποτε κουνιόταν. Έδιωξαν τους απεργούς, σκότωσαν 18 άτομα, 10 εκ των οποίων ήταν παιδιά από τριών μηνών ως 11 ετών, και έκαψαν τις σκηνές τους.

Όταν οι απεργοί ξαναμπήκαν μερικές ημέρες αργότερα στον καταυλισμό βρήκαν το πτώμα του Τίκα. Η κηδεία του έγινε στις 27 Απριλίου και τη νεκρώσιμη πομπή ακολούθησαν χιλιάδες εργάτες.

πηγή

 

***********************************

 

Λούης Τίκας (Louis Tikas)

Σας θυμίζει τίποτα το όνομα Λούης Τίκας (Louis Tikas); Αν όχι, μήπως το όνομα Ηλίας Σπαντιδάκης; Προφανώς όχι. Η νεότερη ελληνική ιστορία δεν καταδέχεται ν’ ασχοληθεί με «ρετάλια» που ηγήθηκαν λούστρων και ανθρακωρύχων. Προτιμά στρατηγούς ή πρωθυπουργούς κι ας μην διέθεταν αυτοί ούτε μια σπίθα από τη φλόγα που έκαιγε στην ψυχή απλών ανθρώπων σαν τον Λούη.



Ο Λούης Τίκας ήταν Έλληνας μετανάστης στις Ηνωμένες Πολιτείες, γεννημένος στο Ρέθυμνο, φοιτητής του πανεπιστημίου Αθηνών, που στα είκοσι του χρόνια έφυγε από την Ελλάδα λόγω φτώχειας. Ξεκίνησε ως ηγέτης των λούστρων στο Ντένβερ, ενώ στα 28 του χρόνια, ηγήθηκε μιας πολύμηνης απεργίας που έγινε στα μεγαλύτερα ανθρακωρυχεία των ΗΠΑ στο Λάντλο, τα οποία ήταν ιδιοκτησία του πασίγνωστου πολυεκατομμυριούχου Τζόν Ροκφέλερ.

 

Ακριβώς πριν 97 χρόνια, στις 20 Απριλίου 1913, ο Τίκας έπεσε νεκρός με σπασμένο το κρανίο και με οκτώ σφαίρες στο κορμί του. Ο θρυλικός ηγέτης των απεργών, γνωστός ως Louis the Greek ή Lio the Cretan, είχε καλέσει τον αρχηγό της πολιτοφυλακής λοχαγό Karl Linterfeld, να συναντηθούν στην κορυφή ενός γειτονικού λόφου για να διαπραγματευτούν, όταν διαπίστωσε ότι οι δυνάμεις ασφαλείας ήταν έτοιμες να επιτεθούν κατά των απεργών που κρατούσαν για επτά ολόκληρους μήνες τα ορυχεία κλειστά. Όλοι οι απεργοί είδαν τον λοχαγό να σηκώνει την καραμπίνα του και να τη σπάει στο κεφάλι του Τίκα που κρατούσε λευκή σημαία, ενώ οι πολιτοφύλακες άρχισαν να τον πυροβολούν. Ο ηγέτης των εργατών πέθανε ακαριαία.



Οι απεργοί δεν πρόλαβαν να αντιδράσουν. Η πολιτοφυλακή μαζί με μεθυσμένους μπράβους της εταιρείας Colorando Fuel and Iron Company και μισθοφόρους τού περιβόητου πρακτορείου ιδιωτικών αστυνομικών Boldwin Felds που είχε μισθώσει ο Ροκφέλερ, έπεσαν πάνω τους. Πάνω από 69 απεργοί σκοτώθηκαν, 10 απ’ αυτούς ήταν γυναίκες και παιδιά των οικογενειών τους, τριπλάσιοι τραυματίστηκαν, 400 συνελήφθησαν και 332 παραπέμφθηκαν για φόνο. Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο τώνν ΗΠΑ γνωμοδότησε ότι η εθνοφρουρά ήταν σε νόμιμη άμυνα καθώς τής επετέθησαν με δολοφονική διάθεση οι απεργοί, χωρίς ποτέ να εξηγήσει πως συνέβη να έχουν τόσα θύματα οι «επιτιθέμενοι», ενώ οι «αμυνόμενοι» να μην έχουν ούτε έναν τραυματία. Μετά τον σάλο για τη σφαγή, σε μια παρωδία δίκης παραπέμφθηκαν 22 πολιτοφύλακες που αθωώθηκαν όλοι, ενώ ο δολοφόνος του Τίκα τιμωρήθηκε με πειθαρχική επίπληξη.



Τα αιτήματα των απεργών ήταν 10% αύξηση στο μεροκάματο που ήταν 2,12 δολάρια, να ψωνίζουν από όποιο κατάστημα ήθελαν και όχι μόνο από τα μαγαζιά της εταιρείας, να έχουν δικό τους γιατρό και να αναγνωριστεί το συνδικάτο τους. Επίσης να μην πληρώνουν αυτοί από την τσέπη τους τα ακονιστικά των εργαλείων τους (!), να μην αγοράζουν αυτοί τον δυναμίτη που χρησιμοποιούσαν για την εξόρυξη (!) και να μην πληρώνουν υποχρεωτικά τον παπά των ορυχείων (!!!), καθώς όλα αυτά τούς κρατούσαν μονίμως χρεωμένους στην εταιρεία κι ας δούλευαν 12 ώρες ημερησίως. Ο Ροκφέλερ προτίμησε να παραμείνουν κλειστά τα ορυχεία του για επτά ολόκληρους μήνες και στη συνέχεια να σκοτώσει τόσους ανθρώπους, παρά να υποχωρήσει έστω και σε ένα από τα αιτήματα. Σε όλη του τη ζωή δεν δέχτηκε να συζητήσει ποτέ με απεργό.



Ο Λούης Τίκας ξεχάστηκε γρήγορα. Ο τάφος του βρίσκεται στο Λάντλο που σήμερα είναι πόλη-φάντασμα αφού τα ορυχεία εξαντλήθηκαν. Αντιθέτως, η εικόνα που συγκράτησαν οι Αμερικανοί από τον Τζόν Ροκφέλερ, ήταν η ζηλευτή φιγούρα ενός πάμπλουτου ψηλού καλοστεκούμενου γέροντα που φορούσε πάντα παντελόνι τού γκόλφ. Όπως έδειχναν τα προπαγανδιστικά πλάνα τού πρώιμου κινηματογράφου και τών επικαίρων, είχε πάντα τις τσέπες του γεμάτες ψιλά. Κάθε φορά που τον πλησίαζε ένα παιδάκι, τού έδινε πέντε σεντς για να πάρει καραμέλες κι όταν έβρισκε μπροστά του κάποιον φτωχό, του άδειαζε τα λεφτά στη χούφτα για να αγοράσει φαγητό. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος…

πηγή

***********************************

 

Τζον Ντέιβινσον Ροκφέλερ

Ο Τζον Ντέιβινσον Ροκφέλερ (1839-1937) ήταν αμερικανός βιομήχανος, ένας απο τους ισχυρότερους & πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο


Γεννήθηκε στο Ρίτσφορντ της Νέας Υόρκης και η οικογένεια του ήταν γερμανοεβραϊκής καταγωγής. Αρχικά εργάστηκε ως λογιστής σε μικρές επιχειρήσεις. Το 1863 ίδρυσε το πρώτο διυλιστήριο πετρελαίου στο Κλίβελαντ και το 1870 ίδρυσε την Στάνταρντ Όιλ Κόμπανυ (Standard Oil Company). Σταδιακά η εταιρία του απέκτησε τον έλεγχο όλων των διυλιστηρίων του Πιτσμπουργκ, της Νέας Φιλαδέλφειας και της Βαλτιμόρης, έχοντας στα ταμεία της σε ρευστό περισσότερα από 40 εκατομμύρια δολάρια. Παράλληλα δραστηροποιήθηκε και σε άλλους επιχειρηματικούς τομείς όπως τις μεταφορές, την σιδηρουργία κ.α.

Μέχρι το 1882 είχε καταφέρει να δημιουργήσει ένα απο τα ισχυρότερα τράστ του κόσμου. Οι μέτοχοι όμως ξεκίνησαν δικαστική διαμάχη, και αφού κέρδισαν με δικαστικές αποφάσεις του 1882 και 1887, τον ανάγκασαν να διαλύσει την Standard Oil. Γρήγορα όμως κατάφερε να προσαρμοστεί στους αντιμονοπωλιακούς νόμους και να διατηρήσει στο ακέραιο την περιουσία του. Η άνοδος στην προεδρία των Η.Π.Α. του Θεόδωρου Ρούζβελτ συνέβαλλε αποφασιστικά στο τέλος της αυτοκρατορίας του. Ύστερα απο πολύχρονες δικαστικές διαμάχες το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε τον Μάϊο του 1911 την διάλυση της εταιρείας σε μικρότερες, οι οποίες θα έπρεπε να λειτουργούν ανεξάρτητα και ανταγωνιστικά η μία προς την άλλη.

Το 1913 αποσύρθηκε απο τις επιχειρήσεις του και ίδρυσε, με αρχικό κεφάλαιο 500 εκατομμύρια δολλάρια, το ίδρυμα Ροκφέλερ (Rockfeller Foundation) με σκοπό «την προαγωγή της ευημερίας της ανθρωπότητας στον κόσμο». Είχε προηγουμένως, το 1901, ιδρύσει το Ινστιτούτο Ροκφέλερ για ιατρικές έρευνες, προφανώς επηρεασμένος απο την αρρώστια που τον ταλαιπωρούσε, την αλωπεκία. Επίσης είχε ιδρύσει το 1880 το κολλέγιο Σπέλμαν στην Ατλάντα ενώ ήταν μεγάλος χορηγός του πανεπιστήμιου του Σικάγο. Σήμερα το ίδρυμα Ροκφέλερ είναι ένα απο τα πλουσιότερα στον κόσμο με περιουσία άνω των 2 δισεκατομμυρίων δολλαρίων.

Ο Ροκφέλερ κατα τη διάρκεια της ζωής του δέχτηκε πολλές κριτικές[4] για τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό του. Όπως αποδείχτηκε αργότερα μέσω της εταιρείας του είχε εξαγοράσει πολλούς δικαστές και πολιτικούς ενώ δεν ήταν λίγοι αυτοί που τον κατηγορούσαν για υπερβολικά σκληρή μεταχείριση προς τους χιλιάδες εργαζομένους του. Η μεγαλύτερη πολέμιος του ήταν η δημοσιογράφος Ιντα Τάρμπελ, η οποία κατάφερε με μια σειρά άρθρων να αποκαλύψει το μέχρι τοτε κρυφό πρόσωπο του. Ο Τζον Ροκφέλερ δεν απάντησε ποτέ στις κατηγορίες της, απλώς φρόντιζε πάντα να λέει: «Αν πατήσω πάνω σε αυτό το σκουλήκι, θα τραβήξω απλώς την προσοχή του. Αν το αγνοήσω, θα εξαφανιστεί»

Ο Ροκφέλερ απέφευγε σε όλη του τη ζωή τις δημόσιες εμφανίσεις, έχοντας ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας μύθος γύρω απο το πρόσωπο του. Γενικά μπορεί να χαρακτηριστε ως τσιγκούνης, αντικοινωνικός και μυστικοπαθής παρ'ολα αυτά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το επιχειρηματικό του δαιμόνιο.

Απεβίωσε στις 23 Μαΐου του 1937 στο Όρμοντ Μπήτς της Φλώριντα. Ήταν παντρεμένος με την Λόρα Σελέστια Σπέλμαν και είχε πέντε παιδιά απο τα οποία κυρίως διακρίθηκε ο Τζον Ντέιβινσον τζούνιορ. Ο μετέπειτα κυβερνήτης της πολιτείας της Νέας Υόρκης & αντιπρόεδρος των Η.Π.Α. Νέλσον Άντριτς Ροκφέλερ ήταν εγγονός του.

 

***************************************

 

 

 

 
Pol-Smile.jpg

Player για Android

Android Player

Απο το κινητό σας πάτε στο: ρυθμίσεις -> ασφάλεια -> και ενεργοποιήστε την εγκατάσταση εφαρμογών απο άγνωστες πηγές. Με μία εφαρμογή QR Code Reader σκανάρετε την παραπάνω εικόνα ή πατήστε εδώ.

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση


Διαφήμιση
Διαφήμιση

Created by LiquidMinds | Powered by FRIKTORIA | Valid XHTML | Valid CSS.